λατιφούντια

λατιφούντια
Μεγάλα αγροτικά κτήματα της αρχαίας Ρώμης, που καλλιεργούνταν από δούλους με την επίβλεψη ενός επιστάτη. Ο Κολουμέλλας θεωρούσε το σύστημα αντιοικονομικό, ενώ ο Πλίνιος είχε τη γνώμη ότι τα λ. αποτελούσαν την καταστροφή της Ιταλίας, καθώς δεν άφηναν ελπίδα επιβίωσης στους μικρογαιοκτήμονες. Δημιουργήθηκε κοινωνικό ζήτημα και ο Τιβέριος Γράκχος επανέφερε έναν παλαιότερο νόμο (τον ονομαζόμενο Λικίνιο) που απαγόρευε στους Ρωμαίους να κατέχουν κτήματα μεγαλύτερα των 500 πλέθρων και μοίρασε τις εκτάσεις που περίσσευαν στους ακτήμονες. Αργότερα, ο Γάιος Γράκχος συμπλήρωσε την εξαφάνιση του θεσμού των λ.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • δουλεία — Κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο δούλος, δηλαδή ένα πρόσωπο που έχει στερηθεί την ελευθερία του, ο οποίος θεωρείται, από voμική άποψη, ως ατομική ιδιοκτησία και συνεπώς εξαρτάται από τη θέληση και την αυθαιρεσία του κυρίου του. Ιστορικά η δ.… …   Dictionary of Greek

  • Βενεζουέλα — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Στα Β βρέχεται από την Καραϊβική θάλασσα και από τον Ατλαντικό ωκεανό, Δ συνορεύει με την Κολομβία, Ν με τη Βραζιλία και Α με τη Γουιάνα.Η Β. έχει καλά καθορισμένα σύνορα. Μόνο τα σύνορα με τη Γουιάνα αμφισβητούνται από …   Dictionary of Greek

  • Παραγουάη — Κράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει με τη Βολιβία στα Β, με τη Bραζιλία στα ΒΑ και στα Α, και με την Aργεντινή στα Ν και στα ΝΔ.Tο έδαφος της Παραγουάης δεν έχει γεωγραφική ενότητα και τα τεχνητά όριά του μπορούν να εξηγήσουν την ταραχώδη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”